Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

 



ΕΠΕΤΕΙΟΣ

Ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἴσαμε τὸν ἀγρὸ τῆς ἀγάπης, πορεία μὲ ζευγάρια ὑποδημάτων ἕξ.

Τὸ πρῶτο ζευγάρι πορτοκαλί. Τὸ δεύτερο πράσινο. Τὸ τρίτο κόκκινο. Καφετὶ τὸ τέταρτο. Ἄσπρο τὸ πέμπτο. Γαλάζιο τὸ στερνὸ πρὶν φτάσει στὸ νησί.

Στὸ νησὶ χρυσὴ ἐκκλησία.

Ξυπόλυτος ἔστεκε, μὴ ξέροντας πῶς νὰ διαβεῖ τὴ θάλασσα.

Κατέβηκε στὴ θαλασσοπουλιά, νὰ παρακαλέσει στὸ θάλαμό του τὸ χταπόδι.

Τὸ ἔξυπνο ζωντανὸ μὲ τὰ μακριὰ πλοκάμια, τοῦ σύστησε νὰ πάει νὰ βρεῖ, τὸν πρῶτο ἐξάδελφό του. «Τὸν Μάη μήνα ὁ Μοσκιὸς παντρεύεται καὶ μὲ τὸ διάφανο καράβι του, σὰ κύμα καὶ σὰ σύννεφο», πρόσθεσε ἀκόμα τὸ ζωντανὸ τοῦ γιαλοῦ, «ταξιδεύει ὅσα γεννᾶ, ἀπ’ τὸ πορτοκαλένιο ἡλιοβασίλεμα, στὸ σταυροφόρο χρυσὸ μάτι τοῦ πρωϊνοῦ».

Βαδίζει ὁ ἁμαρτωλὸς ξανά. Πάει ν’ ἀνταμώσει τὸν Μοσκιό. Ὁ Μοσκιὸς εἶναι σὰν τὸ χταπόδι. Ἔχει ὅμως στὰ πλοκάμια του, μόνο μιὰ σειρὰ βυζάστρες. Οἱ ἄλλες ὅλες ἔγιναν ἀέρας. Ἄρωμα ποὺ τὸ πουλᾶ πανάκριβα.

Κοιτᾶ τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ ’ναι ξυπόλυτος καὶ κοροϊδευτικὰ τὸν ρωτάει: πόσα ἔχει νὰ τοῦ δώσει γιὰ νὰ τοῦ περάσει ἀντίκρυ, μὲ ἀέρα τὴ μοσκοβολιὰ στὰ πανιά του.

«Μὴ κοιτᾶς ποὺ ’μαι ξυπόλυτος», ἀπολογεῖται ὁ ἁμαρτωλὸς στεναχωρεμένος, «ἕξη ζευγάρια παπούτσια ἔλυωσα στοὺς δρόμους κι’ οἱ πέτρες ποὺ τὰ χαλάσαν, πληρώσαν, γεμίζοντας μὲ χρυσάφι τὸ σακὶ ποὺ σηκώνω».

«Θὰ πρέπει νὰ κάνεις κι’ ἄλλο δρόμο», ἀνταποκρίνεται ὁ Μοσκιός. «Τὸ χρυσάφι εἶναι πειρασμός. Δὲν ἁγιάζουν μὲ δαῦτο τὰ νερά. Ἄμε νὰ παρακαλέσεις ν’ ἀνάψει τὸ καμίνι, νὰ βγάλει τὴν πιὸ δυνατὴ φλόγα, νὰ λυώσει ὅλα ὅσα κουβαλᾶς».

Παίρνει πάλι τοὺς δρόμους ὁ ἁμαρτωλός, φορτωμένος τὸ βαρὺ σακὶ τῶν πειρασμῶν. Ἀνεβαίνει ἕνα βουνὸ γυμνός. Δίχως πατρικὸ ψωμί. Δίχως τ’ ἄνθινα φορέματα, ποὺ τὸν φόραγε ἡ μάνα του. Χωρὶς τὸ εὐγενικὸ νερὸ τῆς σπιτίσιας βρύσης.

Νηστικὸ καὶ διψασμένο τὸν βρίσκει ἕνα θεριὸ καὶ τὸν δαγκώνει λίγο.

Καταλαβαίνει εὐθὺς τὸ τέλος του. «Μάταια», λέγει, «σήκωνα τόσο χρυσάφι. Δίχως ἀγάπη καὶ ἐλπίδα στὴν ἐρημιά, τίποτα δὲν ἔχω ν’ ἀγοράσω ἢ νὰ δώσω, ἔξω ἀπ’ τὸ κορμί μου».

Δὲν πρόλαβε νὰ πεῖ μὲ λόγια ὅσα στοχάζονταν καὶ μπροστά του ὁ ἀνήφορος σταμάτησε ἴσιος μὲ ἤσκιο ἀνθρώπινο, ζωγραφιὰ νεροσημῆς μὲ πλατάνια. Ψηλὰ στὰ πλημμυρισμένα μὲ μέλι βράχια, τὰ μάτια ἀντανακλοῦσαν τὸ χρυσὸ ἥλιο τοῦ πρωϊνοῦ. Γενειάδα λευκὴ τὰ νερά. Τὸ ἕνα χέρι φορτωμένο ψωμιά, τ’ ἄλλο κρατάει στάμνα γεμάτη γάλα.

Χορταίνει ὁ ἄμοιρος ἁμαρτωλὸς καὶ ξεδιψᾶ.

(«Ἀπ’ ὅλα τ’ ἀγαθὰ τῆς ζωῆς»), βάνει μὲ τὸ νοῦ του, «πιὸ καλὸς εἶν’ ὁ ἴσκιος τοῦ ἀνθρώπου. Ὄχι σκοτάδι ἀλλὰ φῶς, γεμίζει εὐεργετικὰ τὴν ὅρασή μου. Τὴ νύχτα, ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ ψηλά, ἄστρο ἡ σκιὰ τ’ ἀνθρώπου θὰ μὲ φωτᾶ».

Ὁ θαυμασμός τοῦ ἀφαιρεῖ τὸ νοῦ καὶ τὶς ἰδιωτικὲς του αἰσθήσεις. Ὁλόκληρος γίνεται κραυγὴ ὁμολογίας:

«Πιστεύω στὸν ποιητὴ οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων. Αὐτὸς ὅταν τὸ θέλει, σωματώνεται τὸ παρήγορο φῶς τοῦ Σταυροῦ του».

Τελειώνει τὰ λόγια του κι’ ἀπ’ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ κόσμου ὄρνια μυρίζοντας σάπιο κρέας, μαζεύονται τριγύρω του καὶ τὸν ρωτᾶν:

— «Τί τσαμπουνᾶς μωρὲ ψοφήμι;»

— «Ἐννοῶ ὅτι σὰν ἄνθρωπος, παρὰ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μου, ἀποτελῶ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ».

— «Πῶς μωρὲ χαντακωμένε τὸ ’νοιωσες, ποὺ ἐμεῖς τώρα θὰ σὲ κομματιάσουμε;»

— «Εἶδα τὸ φῶς του τὸ ἀπρόσιτο. Ἄνθρωπος καλύτερος ἀπ’ ὅλα τὰ καλά καὶ μὲ χορταίνει καὶ μὲ ξεδιψᾷ».

— «Ποῦ ’ναι τος; Ἐμεῖς κανέναν δὲν βλέπουμε».

— «Ἀντάλλαξε προκειμένου νὰ δεῖς, τὰ δικά σου μάτια μὲ τὰ μάτια τοῦ πλαϊνοῦ σου».

Ἀκούγοντάς τον, κανένα ἀπὸ τὰ ὄρνια δὲν βρέθηκε σύμφωνο. Ὅλα μαζὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ τὸν κατατρῶνε. Ἕνας μαῦρος κόρακας τοῦ ’βγαλε τὸ μάτι. Ἕνας γκάουρος τοῦ κομμάτιασε τ’ αὐτί. Μία καλιακούδα τοῦ ἀφήρεσε τὴ γλώσσα. Ἄγριο κιρκινέζι τοῦ πῆρε ἕνα κομμάτι τῆς μύτης. Ἀνεβασμένο στὰ γυμνὰ κλαδιὰ τοῦ σκελετωμένου ξέρακα, τὸ μασᾶ ἄγρια. Κοπάδι μαῦρα γεράκια τοῦ γδέρνουν τὸ πρόσωπο. Τὸ μέτωπο μὲ τὸ γραμμένο σταυρό.

Τὴν ἴδια ἐκείνη ὥρα ἡ φλόγα θυγατέρα τοῦ μαύρου καμινιοῦ, εἶχε ἐντελῶς πιὰ λυώσει τὴν καμπούρα τῶν πολλῶν πειρασμῶν του.

Δροσιὰ κάλυψε τὸ σβυμένο του πρόσωπο.

Σύστημα θάλασσας καὶ πολὺ νερὸ ἀγάπης. Τὸ δέρμα τῆς παρουσίας του ποὺ ’χε ἀφαιρεθεῖ, ἀντικαταστάθηκε μὲ τὸ χρυσόμαλλο δέρας τῆς Κολχίδας, ποὺ τὸ ’φερε σύντομη ἀστραπὴ φωτός, ἕνας ἀπόηχος βροντῆς καὶ ὁ Ἐρανιστὴρ σποριάς.

Κάθε λογῆς οἱ σπόροι σὲ πενήντα ὀκτὼ κουτιά. Τὰ περισσότερα ἀφοροῦν τὴν ἀναπνοὴ τῆς γῆς.

Ἕξη ἐξασφαλίζουν τὴν ὑγεία, κατὰ τὴν διάρκεια ὅλης τῆς ἡμέρας καὶ τὴ νύχτα.

Δεκατρία τὴ γραφὴ καὶ τὰ χρώματα τῆς ἀνθοφορίας τῶν λουλουδιῶν τοῦ Μαΐου.

Ἕνα μοναχὸ ἔχει τοὺς σπόρους ὅλων τῶν κελαϊσμῶν.

Τὸ τελευταῖο γεμάτο ἢ ἄδειο, παραμένει πάντα διάφανο.

Ἀδειανὰ ὅλα μαζὶ τὰ κουτιά, οἰκοδομοῦν μόνιμη προσηλιακὴ ἐγκατάσταση.

Ὁ ἁμαρτωλὸς ποὺ ντύθηκε τὴ δροσιὰ τῆς ἀγάπης, μετὰ τὴν καμίνευση, ἐξακολουθεῖ νὰ λέγεται Κλήμης.

Ἔφηβος δεκαεπτὰ ἐτῶν ντύνεται, ξαπλωμένος στὴν ἄμμουδιά, τὸν φλοῖσβο τῶν ἀπορροιῶν, τῆς Παρθένου Κόρης ποὺ ἐνσάρκωσε τὸ φῶς τὸ ἀχώριστο.

Τὸ κεφάλι του στηρίζεται σ’ ἕνα λίθο γενεαλογικό, χρονογραφημένο ἀπὸ τὴν πρώτη φωτιά, ποὺ ἄρχισε νὰ διδάσκει στὸν ἄνθρωπο τὴ γληγοροσύνη τοῦ αἰτοῦ, τὴν περπατησιὰ τοῦ λαγοῦ, τὴ φρόνηση σ’ ὅσα θέλουμε καὶ πολὺ τὴν ταπεινωσύνη, σπουδάγματα ἐποικοδομητικὰ τῆς ἀγάπης.

Ἡ Μητέρα τοῦ φωτός, ξεκινώντας μετὰ τὸ ἡλιοβασίλεμα ἀπὸ τὴν Τρωάδα, σεβόμενη τὴ δοξασμένη Ἑλληνίδα λαλιά, ἀράζοντας στὸ σημεῖο ποὺ πλάγιαζε ὁ ἔφηβος, προστάζει πάντα νὰ ἐξακολουθήσει παντοτινὰ νὰ λέγεται «Ὅρμος τοῦ Κλήμεντος» ἡ τοποθεσία.

Οἱ αἰῶνες, λευκὴ γενειάδα ὑδάτων, κυλοῦν. Ὁ χρόνος ὅμως ὅσων ἐπιμένουν στὴ συμβολικὴ τῶν εἰκόνων λατρεία, παραμένει πάντα ὁ αὐτός, νικητὴς τῆς θλίψης τοῦ κόσμου.

Ἐγκαταστημένη ψηλότερα ἀπὸ τ’ ἄστρα τ’ οὐρανοῦ, ἡ Μάνα τοῦ οἰκουμενικοῦ φωτός, ποτέ δὲν ἐγκαταλείπει τὴ γῆ.

Μέσ’ ἀπὸ τὸ πάντα διάφανο, μονάχο κουτὶ τῆς προσηλιακῆς οἰκοδομῆς, ὁ συνεχιστὴς τῆς λατρείας στὸ περιβόλι της, ἀντιλαμβάνεται ἦχο φωνῆς, τὸν ἐρχόμενο ἀπὸ τὴ θάλασσα.

Δίχως λοιπὸν νὰ βρέχεται, βαδίζει ἐπὶ τῶν κυμάτων, σκιερὴ ἀντανάκλαση τοῦ ἄχρονου καὶ πάντα παιδικοῦ φωτὸς καὶ διὰ σχήματος συγκεκριμένου ἀναλαμβάνει, ἀπὸ τὰ νερὰ τῆς ἀγάπης, τὴν φύλακα τῶν θυρῶν, ποὺ μετὰ τῶν θνητῶν συμπάσχει, στάζοντας αἷμα ὅταν τραυματίζεται, εἰκόνα τοῦ πραγματικοῦ, ἀνώτερη ἀπὸ κάθε φυσικὴ ἀμεσότητα.

Πλῆθος ἀναρίθμητο καὶ ἀνώνυμο, ὑπερασπιστῶν τῶν πατρώων δογμάτων, ὁ κακὸς ἄνεμος τῶν ματαιοφρονούντων ἰσχυρῶν τῆς στιγμῆς, σκόρπισε, χρυσὰ φύλλα τοῦ Φθινοπώρου στὴν ἀνοιχτὴ θάλασσα.

Ἀπετέλεσαν σειρὰ βραχονησίδων ἴσαμε τὸ νησί, τῆς γλυκύτερης ἀπὸ τὸ μέλι δεκτικῆς τοῦ ἀγαπητικοῦ φωτὸς πληγῆς τῆς ἁγιότητας.

Στὴν κορυφὴ τοῦ νησιοῦ ὁ Ναὸς τῆς Παντάνασσας.

Ἐκεῖ προσκυνητής, ἀφήνοντας τὸν ὕπνο του στ’ ἀκροθαλάσσι, ἀνάβει ἕνα κερὶ καὶ ἀσπάζεται τὰ ἱερὰ εἰκονίσματα ὁ Κλήμης.

Μνημονεύει τοὺς Ἁγίους τῆς δεκάτης τρίτης τοῦ Μαΐου. Γλυκερία, Λαοδίκιο, Σέργιο, Πωσίκακο, Ἀλέξανδρο, Νικηφόρο, Εὐθύμιο, Ἰωάννη, Γεώργιο, Γαβριὴλ καὶ τὸ πλῆθος, τῶν ἀναρίθμητων θαλασσοθέντων ἀνώνυμων Ἁγίων Μαρτύρων.

Ἐπαναλαμβάνοντας σὰν κατακλείδα τὴν τακτὴ εὐχή:

«Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων Πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς Ἐλέησον ἡμᾶς».


ΝΓ Πεντζίκης,Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής

ΑΓΕ

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

  ΕΠΕΤΕΙΟΣ Ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἴσαμε τὸν ἀγρὸ τῆς ἀγάπης, πορεία μὲ ζευγάρια ὑποδημάτων ἕξ. Τὸ πρῶτο ζευγάρι πορτοκαλί. Τὸ δεύτερο...