ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

ΚΑΘΩΣ ΤΟ ΣΩΜΑ




Φεγγοβόλος μέσ’την ατάραχη θλίψη, ο ποιητής γυρνοβολάει τις νύχτες, όπως άλλωστε και όλοι οι προφήτες του καιρού του, κάτω απ’τ’άστρα και τη σιωπή, τη σιωπή που συσσωρεύει σε τρομαχτική ένταση, όλους τους ήχους του κόσμου. Και όταν αντικρίζει τα άνθη  προσπερνά την απόγνωση, το καιόμενο αυτό θυμιατήρι της ύπαρξης, για να πει «χρώματα είμαστε, τίποτα πιότερο» και ύστερα «καθώς το σώμα μένει μόνο του φευγατίζοντας την επικατάρατη συνείδηση», γνωρίζει την λεπίδα του κενού και ουρλιάζει. Τριγύρω το αδίσταχτο σύμπαν και ο Χρόνος ο μέγας αρχιστράτηγος του θανάτου. Και γίνεται ένας  «αυξανόμενος νεκρός»… Μα η μητέρα εκκλησία τον εφοδιάζει με άλλη όραση, την στιγμή ακριβώς που ανοίγει ο τάφος για να γίνει ένας νεκρός τότε έρχεται και τον αρπάζει στις αγκάλες του ο Θεός.


Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΜΕΙΝΑΜΕ

Εμείς που μείναμε στο χώμα το σκληρό
Για τους νεκρούς θ’ανάψουμε λιβάνι
Κι όταν χαθεί μακριά το καραβάνι
Του χάρου του μεγάλου Πεχλιβάνη
Στη μνήμη τους θα στήσουμε χορό.

Εμείς που μείναμε θα τρώμε το πρωί
Μια φέτα από του ήλιου το καρβέλι
Μέλι χρυσό σ’ατρύγητο κουβέλι
Και δίχως πια του φόβου το τριβέλι
Μπροστά θα προχωράμε στη ζωή.

Εμείς που μείναμε θα βγούμε μια βραδιά
Στην ερημιά να σπείρουμε χορτάρι
Και πριν για πάντα η νύχτα να μας πάρει
Θα κάνουμε τη γη προσκυνητάρι
Και κούνια για τ’αγέννητα παιδιά.


ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Ένα τραγούδι κοιμάται πάνω στην άρπα ώσπου να το ξυπνήσει ένας
πόνος ξένος
Κι ω ταξιδιώτη, που γυρίζοντας  απ΄τον Ωκεανό,θα ναυαγήσεις ανάμεσα στα ρόδα ενός κήπου.


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

ΑΚΡΩΡΕΙΑ ΩΚΕΑΝΕΙΟΣ

Κινείται με δυσκολία
στον στενό χώρο που του έλαχε να ζεί
        στον ωκεανό
  στην ακρώρεια εκείνη του φόβου στέκεται
         κοιτώντας
 κοιτώντας τον μέσα του άνθρωπο
  που  ίσταται στο κενό
 τρόμος ενώπιον του χάους
 κάθε πλάνη
ότι θάπτεται
ότι φεύγει
ότι έχει αρχή και θα έχει τέλος
οικειοποιείται
με τρόπο να αποφύγει το χάος
αγκαλιάζει την γνώμη του
ότι πιστεύει
ότι ζει
ότι είναι αναφαίρετο κτήμα
    της βουλήσεώς του
όλα αυτά τα ψέματα
και τα πλάνα
που φεύγουν και αλλάζουν
 όπως αλλάζει τον άνεμο
     κάποιος ανεμοστρόβιλος
στον ωκεανό
στην ακρώρεια εκείνη του φόβου
ίσταται
ο ξένος

ο μέσα του άνθρωπος