Επείγεται ο κόσμος τις ουλές του χρόνου πιο βαθιές από χθες αγγίζω εντονότερο το βαθούλωμα στη θέση των ματιών ο ήλιος μη γελιέσαι δεν χαμογελά, ξοδεύεται
Όλο σημάδευε τον ήλιο πριν δύσει μα δεν κρατούσε όπλο
δεν κρατούσε και του φωνάζαν "σμίξε τα χέρια σε ικεσία πριν δύσει ο ήλιος και χαθεί το τελευταίο το φως'' μα εκείνος δεν άκουγε μεσ΄τη βοή των πετεινών του ουρανού
και όλο σημάδευε με τ'άδεια χέρια έναν ήλιο που έδυε έτοιμος να χύσει απ΄τα σπλάγχνα του το τελευταίο φώς
Κύρτωσαν δεν ακούγονται πλέον ούτε στην μανία των ανέμων καθώς ξεχαρβαλώνουν τον διώροφο στεναγμό κόβοντας τον στα τρία και μοιράζοντας σε κάθε όροφο τις πληγές υπάρχει και περίσσεμα
διογκώνει η ανεπάρκεια το ίδιο και η φθορά στρίβει χωρίς σύνεση το τεράστιο οξύστομο γέλιο συναντά το μονοπάτι των δακρύων πετρωμένο στην έξοδο της όρασης
Διάκοσμος άκοσμου λύπης καθώς προς τις απόρθητες κοινοτοπίες το πλησίασμα τα λόγια μαραίνονται σβήνουν οι άνανδρες επικύψεις βαραίνει το σφοδρό δειλινό στο έρμο το κύμα
Αύριο πάλι.Είναι ενδιαφέρον πώς αποχαιρετιόμαστε κάθε μέρα από τη ζωή μας,λέμε και ακούμε,αύριο πάλι ,και μοιραία μια απ'αυτές τις μέρες θα είναι η τελευταία για κάποιον,ή δεν θα υπάρχει πια αυτός στον οποίο το είπαμε,ή δεν θα υπάρχουμε εμείς που το είπαμε.Θα δούμε αν στο σημερινό αύριο,αυτό που συνήθως λέμε επόμενη μέρα,όταν θα συναντηθούμε ξανά,θα είμαστε σε θέση να καταλάβουμε πόσο εξαιρετικό,πόσο θαυματουργό είναι να έχουμε πει αύριο πάλι και να βλέπουμε να εκπληρώνεται με βεβαιότητα κάτι που υπήρχε απλώς προβληματική πιθανότητα.